Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026: Απόστολος εορτής Γενεθλίου Υπεραγίας Θεοτόκου, Φιλιπ. β’ 5 – 11.
Αγαπητοί μου Χριστιανοί,
Η Εκκλησία μας σήμερα δεν εορτάζει απλώς τη γέννηση ενός ακόμη ανθρώπου. Εορτάζει την απαρχή της σωτηρίας του κόσμου. Εορτάζει το Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου, την πρώτη μεγάλη θεομητορική εορτή του εκκλησιαστικού έτους. Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία τοποθέτησε αυτή την εορτή στις αρχές του νέου λειτουργικού κύκλου. Όπως η αυγή προηγείται της ανατολής του ηλίου, έτσι και η γέννηση της Παναγίας προηγείται της ανατολής του «Ηλίου της Δικαιοσύνης», του Χριστού.
Η υμνολογία της Εκκλησίας συμπυκνώνει ολόκληρο το θεολογικό περιεχόμενο της ημέρας στο Απολυτίκιο της ημέρας: «Ἡ γέννησίς σου, Θεοτόκε Παρθένε, χαράν ἐμήνυσε πάση τή οἰκουμένη· ἐκ σοῦ γάρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν».
Η σημερινή εορτή δεν αφορά απλώς τη γέννηση ενός αγίου προσώπου. Είναι η αρχή της εκπληρώσεως όλων των επαγγελιών του Θεού. Είναι η πρώτη σελίδα της Καινής Διαθήκης που γράφεται ακόμη πριν από τον Ευαγγελισμό.
Γι' αυτό και η Εκκλησία συνδέει την εορτή με τον μεγαλειώδη χριστολογικό ύμνο του Αποστόλου Παύλου από την Επιστολή του προς τους Φιλιππησίους. Και εκεί ακούμε τον Απόστολο των Εθνών να μας προτρέπει «Τό αὐτό φρονεῖτε ἐν ὑμῖν, ὁ καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ».
Ο Απόστολος δεν αρχίζει μιλώντας για δόγματα ούτε για φιλοσοφικές έννοιες. Ξεκινά από το φρόνημα του Χριστού. Η πίστη δεν είναι απλώς ορθή γνώμη· είναι τρόπος υπάρξεως. Είναι να αποκτήσει ο άνθρωπος τον τρόπο ζωής του ίδιου του Χριστού. Και ποιο είναι αυτό το φρόνημα; Η κένωση. «Ὀς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων... ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβῶν.»
Εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο παράδοξο της χριστιανικής πίστεως. Εκείνος που δημιούργησε τα σύμπαντα γίνεται βρέφος. Εκείνος που περιβάλλεται από τις αγγελικές δυνάμεις δέχεται να περιβληθεί την ανθρώπινη φύση. Ο Αχώρητος χωρείται στη μήτρα μιας γυναίκας. Όμως το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, το μυστήριο της ενανθρωπήσεως δεν αρχίζει στη Βηθλεέμ. Αρχίζει σήμερα. Αρχίζει με τη γέννηση εκείνης που θα γίνει «ὁ ἔμψυχος ναός τοῦ Θεοῦ».
Η γέννηση της Παναγίας είναι η πρώτη πράξη της θείας οικονομίας. Όπως εύστοχα παρατηρούν οι Πατέρες, ο Θεός προετοιμάζει επί αιώνες το ανθρώπινο πρόσωπο που θα προσφέρει ελεύθερα την ανθρώπινη φύση στον Υιό Του.
Ο Μέγας Βασίλειος επιμένει ότι ο Θεός δεν σώζει τον άνθρωπο παρακάμπτοντας την ελευθερία του. «Το μεν θέλειν παρά του ανθρώπου, το δε κατορθούν εκ του Θεού.» Η σωτηρία είναι συνεργία. Ο Θεός καλεί. Ο άνθρωπος απαντά. Η Παναγία είναι η τελειότερη έκφραση αυτής της συνεργίας. Δεν επιβλήθηκε ποτέ η χάρη πάνω της. Η Μαρία έγινε Θεοτόκος όχι μόνο επειδή ήταν αγνή, αλλά επειδή ήταν ελεύθερη. Το «Ιδού η δούλη Κυρίου» αποτελεί την απάντηση ολόκληρης της ανθρωπότητας προς τον Θεό.
Η σημερινή αποστολική περικοπή όμως δεν περιορίζεται στην ενανθρώπηση. Απευθύνεται και σε όλους εμάς. «Τό αὐτό φρονεῖτε ἐν ὑμῖν...». Δεν αρκεί να θαυμάζουμε την ταπείνωση του Χριστού. Οφείλουμε να τη μιμηθούμε. Και εδώ εμφανίζεται η Θεοτόκος ως το πλησιέστερο ανθρώπινο πρότυπο. Η ζωή της υπήρξε μια αδιάκοπη κένωση. Δεν διεκδίκησε ποτέ τιμές. Δεν αναζήτησε εξουσία. Δεν μίλησε πολύ. Στα Ευαγγέλια τα λόγια της είναι ελάχιστα. Η σιωπή της όμως γίνεται δυνατότερη από κάθε ανθρώπινη διδασκαλία.
Η Παναγία έγινε η υψηλοτέρα των ουρανών όχι επειδή εξυψώθηκε από ανθρώπους, αλλά επειδή κατέβηκε βαθύτερα από όλους στην ταπείνωση. Αυτό είναι το παράδοξο του Ευαγγελίου. Ο κόσμος λέει: ανέβα για να φανείς. Το Ευαγγέλιο προτρέπει: κατέβα για να σε υψώσει ο Θεός.
Αδελφοί μου,
Ζούμε σε μια εποχή που έχει σχεδόν θεοποιήσει την εικόνα. Οι άνθρωποι αγωνίζονται να γίνουν γνωστοί. Να αποκτήσουν επιρροή. Να συγκεντρώσουν θαυμασμό. Να κατασκευάσουν μια εικονική προσωπικότητα. Η αξία του ανθρώπου μετριέται πολλές φορές με αριθμούς: πόσοι τον ακολουθούν, πόσοι τον επαινούν, πόσοι τον προβάλλουν.
Η Παναγία όμως δεν αναζήτησε ποτέ τίποτε από αυτά. Και όμως κατέχει τα «Δευτερεία της Τριάδος» όπως χαρακτηριστικά λέει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Γιατί; Διότι ο Θεός βλέπει εκεί όπου δεν βλέπει ο άνθρωπος. Βλέπει την καθαρότητα της καρδιάς. Ο Μέγας Βασίλειος γράφει ότι η ψυχή που καθαρίζεται από τα πάθη γίνεται κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η αλήθεια εκπληρώθηκε τελειότερα στην Παναγία, η οποία έγινε όχι συμβολικά αλλά πραγματικά ο έμψυχος ναός του Θεού.
Ο Απόστολος ολοκληρώνει τον ύμνο λέγοντας: «Δι' ὅ καί ὁ Θεός αὐτόν ὑπερύψωσε καί ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα». Η ταπείνωση οδηγεί στη δόξα. Η υπακοή οδηγεί στην Ανάσταση. Η κένωση οδηγεί στην πληρότητα. Το ίδιο συνέβη και με την Παναγία. Εκείνη που ονόμασε τον εαυτό της «δούλη Κυρίου» δοξάζεται σήμερα από «πάσας τας γενεάς». Η δόξα της δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα. Είναι καρπός της κοινωνίας της με τον ταπεινωμένο και αναστημένο Χριστό.
Αδελφοί μου,
Το Γενέθλιο της Θεοτόκου δεν είναι μόνο μια ανάμνηση ενός χαρμόσυνου γεγονότος πριν από δύο χιλιάδες και πλέον χρόνια. Είναι μια πρόσκληση να αρχίσει και μέσα μας μια νέα γέννηση. Να γεννηθεί στην καρδιά μας η ταπείνωση αντί της φιλαυτίας. Η υπακοή αντί της αυτονόμησης. Η προσευχή αντί της αυτάρκειας. Η εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού αντί του φόβου που κυριαρχεί στον σύγχρονο άνθρωπο.
Σε έναν κόσμο γεμάτο ανασφάλεια, πολέμους, κοινωνικές εντάσεις και πνευματική σύγχυση, η Εκκλησία μάς δείχνει σήμερα ένα βρέφος: τη νεογέννητη Μαρία.
Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτό το παιδί θα γινόταν η Μητέρα του Θεού και η ελπίδα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Έτσι ενεργεί πάντοτε ο Θεός. Δεν εργάζεται μέσα από τη φαντασμαγορία της ισχύος, αλλά μέσα από τη σιωπή της χάριτος. Δεν αλλάζει τον κόσμο με τον θόρυβο, αλλά με την αγιότητα. Δεν νικά με τη δύναμη των όπλων, αλλά με τη δύναμη της αγάπης και της ταπεινώσεως.
Ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, τη νεογέννητη σήμερα Κυρία Θεοτόκο να μας διδάξει το φρόνημα του Υιού της. Να μας αξιώσει να γίνουμε και εμείς άνθρωποι της κενώσεως, της υπακοής και της αγάπης, ώστε ο Χριστός να γεννιέται καθημερινά στις καρδιές μας και η ζωή μας να γίνεται μία διαρκής δοξολογία προς τον Τριαδικό Θεό. Αμήν. Γένοιτο.
Μετά πατρικών ευχών
Ο Μητροπολίτης
Κηφισίας, Αμαρουσίου, Ωρωπού και Μαραθώνος Κύριλλος
Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026 : Απόστολος Κυριακής ΙΔ’ Ματθαίου, Β’ Κορ. α’ 21 – β’ 4.
Αγαπητοί μου Χριστιανοί,
Τίποτε το καλό, τίποτε το άξιο λόγου για όλα τα ζητήματα της ζωή του, ιδιαίτερα δε για το μέγιστο όλων, το ζήτημα της ψυχικής του σωτηρίας, δεν μπορεί μόνος του να πετύχει ο άνθρωπος, παρά μόνον με την βοήθεια του παντοδύναμου Θεού. Σε αυτό κυρίως χρειάζεται ο θείος φωτισμός, η θεία χάρις και νεύσις και έλξη και δύναμη και να ελκυσθεί ο άνθρωπος στην πίστη, και να δείξει μετάνοια και να προχωρήσει στην ζωή της αγιότητας, για την οποία είναι προορισμένος. Οι ανθρώπινες δυνάμεις είναι μηδαμινές. Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν μας, ότι οι δυνάμεις του ανθρώπου, ψυχικές και σωματικές είναι μολυσμένες και αυτές από το μόλυσμα της αμαρτίας, τότε αντιλαμβανόμαστε, ότι όχι δυνάμεις προς αρετή δεν έχουμε, αλλ’ αντιθέτως κυριαρχούν μέσα μας δυνάμεις που ανά πάσα στιγμή μας εξωθούν προς την αμαρτία. Ο Θεός, λοιπόν, είναι σε αυτή την κατάσταση το παν. Ο Θεός ο αρχιεργάτης της πνευματικής μας ζωής και σωτηρίας, ο μόνος εγγυητής και χορηγός. Αυτό ακριβώς θέλει να χαράξει στις ψυχές μας με όσα μας λέει σήμερα στο Αποστολικό του ανάγνωσμα ο θείος Παύλος. «Ἀδελφοί, ὁ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός». Ο Θεός μας ελκύει στην πίστη, ο Θεός μας στηρίζει, ο Θεός μας χαριτώνει με το Άγιον του Πνεύμα.
Στο σημερινό του ανάγνωσμα ο Απόστολος αναφέρεται σε κάποιο ταξείδι που είχε αποφασίσει να κάνει στην Κόρινθο. Το ταξείδι αυτό του ήταν πολύ θλιβερό, γιατί η αιτία που το προκαλούσε ήταν η αδιαφορία των Κορινθίων προς βαρύτατο αμάρτημα, ενός συμπολίτου τους Χριστιανού. Το αμάρτημα, στο οποίο έπεσε, ήταν τόσο βαρύ, ώστε έπρεπε να φρίξουν, να τρομοκρατηθούν, να θλιβούν βαθύτατα και να κλάψουν πολύ οι Κορίνθιοι, για να συνέλθει εκείνος που το έκανε, να μετανοήσει, για να σωθεί. Αυτό έπρεπε να κάνουν. Αλλ’ αντί του πένθους αυτού και της θλίψεως και του πόνου για την τρομερή πτώση του αδελφού, αυτοί και αδιαφορία έδειξαν και ασύγγνωστον αμέλεια για την μετάνοια του. Εξακολουθούσαν να του φέρωνται όπως και πρώτα και με την συμπεριφορά τους να του δείχνουν, ότι δεν τους κόστισε το μεγάλο του αμάρτημα. Αυτός ήταν κυρίως ο λόγος του ταξειδίου του Παύλου. Θα αναχωρούσε από την Έφεσο της Μ. Ασίας, θα περνούσε από την Μακεδονία, θα κατέβαινε στην Κόρινθο για να ελέγξει τους Κορινθίους για αυτήν τους την αδιαφορία. Θα τους μάλωνε αυστηρά, θα τους επέπληττε με τα πύρινα λόγια του, για να μετανοήσουν αυτοί πρώτοι και να ελκύσουν και τον αμαρτήσαντα σε μετάνοια. Αλλά τους λυπήθηκε και ανέβαλε το ταξείδι του. Τους το βεβαιώνει τώρα, για να δώσουν σημασία. «Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον».
Το γεγονός αυτό, το ότι δηλαδή ταξείδι ολόκληρο και μάλιστα μακρύ και δύσκολο, όπως ήταν τα ταξείδια της εποχής εκείνης, θα έκανε ο απόστολος Παύλος, για να ελέγξει τους Κορινθίους που αδιαφόρησαν στο αμάρτημα του αδερφού τους, μας δίνει να καταλάβουμε πως ποτέ δεν πρέπει να μένουμε αδιάφοροι στις πτώσεις των αδελφών μας. Τι κάνει αυτός, ο φίλος μας, ο αδελφός μας, ο γνωστός μας, ο θρησκευόμενος Χριστιανός; Αμαρτάνει; Αδικεί, βλασφημεί, ψεύδεται, ασωτεύει, εγκληματεί; Και δεν σε νοιάζει, δεν σου κοστίζει, δεν σου φέρνει πόνο και θλίψη στην ψυχή η αμαρτία του, η πτώση το έγκλημά του; Αδιαφορείς και με την αδιαφορία σου τον αμνηστεύεις, δείχνεις σε αυτόν πως δεν είναι τίποτε αυτό που έκανε; Μα τότε δεν τον αποκοιμίζεις, για να μην συνέλθει, να μην μετανοήσει και να σωθεί; Και αυτό δεν είναι δεύτερο έγκλημα δικό σου; Είναι μέγα το κακό που κάνεις. Λοιπόν, Χριστιανέ, πόνεσέ τον, τον αδελφό σου που αμαρτάνει. Πένθησέ τον, κλάψε τον, θρήνησε τον, θρήνησε την αμαρτία του, την ψυχή του, την πτώση του, την συμφορά του. Δείξε του με το πένθος και την θλίψη σου πως έπεσε, πως πρέπει να μετανοήσει, πως είναι ανάγκη να ζητήσει το έλεος του Θεού, για να σωθεί. Και πές του καθαρά να μετανοήσει. Παράστησέ του το κακό που έκανε, για να συνέλθει. Θα τον λυπήσουν ίσως οι λόγοι σου, θα τον πικράνουν. Θα τον θλίψουν. Ναι, αλλά και θα τον σώσουν. Και αυτό θα είναι και για εσένα χαρά και ευφροσύνη. Έτσι το αισθανόταν και ο Απόστολος. Το γράφει «εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς (με τον έλεγχο μου), καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;». Σας μάλωσα και λυπηθήκατε. Δείξατε μετάνοια και σωθήκατε. Χαρά μου είναι μεγάλη.
Όταν ελέγχει κανείς έναν παρεκτραπέντα, πρέπει με πόνο να ασκεί το έργο του ελέγχου. Δηλαδή από αγάπη να κινείται και με αγάπη να ελέγχει. Τότε πιάνει ο έλεγχος και καρποφορεί. Όταν ελέγχει και πονάει ο ίδιος, και κλαίει και πενθεί. Αυτό συνέβαινε με τον απόστολο Παύλο και μας το λέει στην σημερινή του περικοπή. «Ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς». Τους είχε γράψει προηγουμένως άλλη επιστολή που είχε μέσα τους ελέγχους της. Και την έγραψε με πόνο, χύνοντας δάκρυα πολλά. Δεν την έγραψε για να τους πληγώσει και να τους λυπήσει πολύ. Τους την έγραψε και τους έλεγξε για να δουν και αισθανθούν την μεγάλη αγάπη που τους είχε, να συγκινηθούν, να διδαχθούν από την αγάπη του και να μετανοήσουν. Και έτσι πάντοτε πρέπει να γίνεται ο έλεγχος είτε προφορικώς είτε γραπτώς γίνεται. Με αγάπη, με πόνο, με λύπη για το παράπτωμα του άλλου. Τότε θα γίνεται και με τρόπο καλό, αδελφικό, οικοδομητικό. Τότε διδάσκεται, τότε συγκινείται, τότε συνέρχεται αυτός που αμάρτησε και μετανοεί και επιστρέφει και διορθώνεται και γίνεται η μετάνοιά του πρόξενος μεγάλης χαράς και ευφροσύνης. Έτσι να κάνουμε και εμείς τον έλεγχο, όταν ανάγκη το επιβάλλει, και η χαρά μας τότε θα είναι μεγάλη.







