Συμ­βου­λὲς γιὰ τὸ ἦθος τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τὴν ἐ­νά­ρε­τη ζωή, σὲ 170 κε­φά­λαια

AgiosAntoniosἉγίου  Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου

    Οἱ ἄ­θρω­ποι λέ­γο­νται  λο­γι­κοὶ κα­τα­χρη­στι­κά. Δὲν εἶ­ναι λο­γι­κοὶ ἐ­κεῖ­νοι  ποῦ ἔ­μα­θαν τοὺς λό­γους καὶ τὰ βι­βλί­α τῶν ἀρ­χαί­ων σοφῶν,ἀλ­λά ὀὅσοι ἔ­χουν λο­γι­κή ψυ­χή καὶ μπο­ροῦν νὰ δια­κρί­νουν ποιὸ εἶ­ναι τὸ κα­λὸ καὶ ποιὸ εἰ­ναι τὸ κα­κό·καὶ ἔτσι ἀ­πο­φεύ­γουν τὰ κα­κὰ καὶ ψυ­χο­βλα­βή,με­λε­τοῦν ὅ­μως σο­βα­ρὰ τὰ κα­λὰ καὶ ψυ­χω­φε­λὴ καὶ τὰ πράτ­τουν μὲ με­γά­λη εὐ­χα­ρι­στί­α πρὸς τὸ Θε­ό. Μό­νο αὐ­τοὶ πρέ­πει ἀ­λη­θι­νὰ νὰ λέ­γο­νται λο­γι­κοὶ ἄν­θρω­ποι.

     Ὁ ἀ­λη­θι­νά λο­γι­κὸς ἄν­θρω­πος μιὰ μό­νο φρο­ντί­δα ἔχει,νὰ ὑ­πα­κού­ει καὶ νὰ εἶ­ναι ἀ­ρε­στὸς στὸ Θε­ό,τὸν Κύ­ριο τῶν ὅλων,καὶ σὲ τοῦτο καὶ μό­νο νὰ ἀ­σκεῖ τὴν ψυ­χή του,πῶς νὰ γί­νει ἀ­ρε­στὸς στὸ Θε­ό,εὐ­χα­ρι­στώ­ντας Τον γιὰ τὴ με­γά­λη καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ προ­νοιά Του καὶ τὴν κυ­βέρ­νη­ση ὅ­λου τοῦ κό­σμου, ὅ­ποια κι ἂν εἶναι ἡ θέ­σή του στὴ ζω­ή.Για­τὶ εἶναι πα­ρά­λο­γο,νὰ εὐ­χαρ­ισ­τουῦμε τοὺς για­τροὺς ὅταν μᾶς δί­νουν  τὰ πι­κρὰ καὶ ἀ­η­δια­στι­κὰ φάρ­μα­κα γιὰ χά­ρη τῆς ὑ­γεί­ας  τοῦ σώ­μα­τός μᾶς,νὰ εἴμα­στε ὅμως ἀ­χά­ρι­στοι στὸ Θε­ὸ γιὰ ὅ­σα φαί­νο­νται σ΄ἐμᾶς δυ­σά­ρε­στα καὶ νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με ὅτι τὰ πά­ντα γί­νο­νται ὅπως πρέ­πει καὶ πρὸς τὸ συμ­φέ­ρόν μας σύμ­φω­να μὲ τὴν πρό­νοιά Του.Για­τί ἡ ἀ­νά­γνω­ρι­ση αὐ­τὴ καὶ ἡ πί­στη στὸ Θε­ὸ εἶναι ἡ σω­τη­ρί­α καὶ ἡ τε­λειό­τη­τα τῆς ψυχῆς.

     Ἡ ἐ­γκρά­τεια,ἡ ἀ­νε­ξι­κα­κί­α,ἡ σω­φρο­σύ­νη,ἡ ἐ­γκαρ­τέ­ρη­ση,ἡ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ οἱ πα­ρό­μοιες μέ­γι­στες καὶ ἐ­νά­ρε­τες δυ­νά­μεις μᾶς δό­θη­καν ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ καὶ εἶ­ναι ἀ­ντί­θε­τες καὶ ἀ­ντι­στέ­κο­νται καί  μᾶς βο­η­θοῦν στὶς ἀ­ντί­στοι­χες πρὸς αὐ­τὲς κα­κί­ες. Ἂν γυ­μνά­ζο­με αὐ­τὲς τὶς δυ­νά­μεις καὶ τὶς ἐ­χου­με πά­ντο­τε πρό­χει­ρες,τό­τε νο­μί­ζο­με ὅτι δέ μᾶς συμ­βαί­νει πιὰ τί­πο­τε δύ­σκο­λο ἤ θλι­βε­ρὸ ἡ ἀ­βά­στα­χτο· για­τὶ σκε­πτό­μα­στε ὅτι ὅ­λα εἶ­ναι ἀν­θρώ­πι­να καὶ τὰ νι­κοῦν οἱ ἀ­ρε­τὲς ποὺ ἐ­χου­με.Αὐ­τὰ δὲν τὰ ἔ­χουν ὑ­πό­ψη τους οἱ ἀ­νό­η­τοι ἄν­θρω­ποι. Οὐ­τε σκέ­φτο­νται ὅτι τὰ πά­ντα  γί­νο­νται  σω­στὰ καὶ ὅ­πως πρέ­πει γιὰ τὸ συμ­φέ­ρόν μας,γιὰ νὰ λάμ­ψουν οἱ ἀ­ρε­τὲς μας  καὶ νὰ στε­φα­νω­θοῦ­με ἀ­πὸ τὸ Θε­ό.

  Τήν ἀ­πό­κτη­ση τῶν χρη­μά­των καὶ τὸ πλού­σιο  ξό­δε­μά τους νὰ τὰ θε­ω­ρεῖς  μό­νο σὰν φα­ντα­σί­α ποὺ δὲν κρατᾶ πα­ρὰ λί­γο και­ρό,καὶ ξέ­ρο­ντας ὅτι ἡ ἐ­νά­ρε­τη  καὶ θε­ά­ρε­στη ζω­ὴ δια­φέ­ρει ἀ­πὸ τὸν πλου­το.   Ὅταν τὸ με­λετᾶς αὐ­τὸ στα­θε­ρά, οὔτε θὰ ἀ­να­στε­νά­ξεις, οὔτε θὰ κραυ­γά­σεις, οὔ­τε θὰ κα­τη­γο­ρή­σεις κα­νέ­να, ἀλ­λὰ θὰ εὐ­χα­ρι­στεῖς τὸ Θε­ὸ γιὰ ὅ­λες τὶς εὐερ­γε­σί­ες πού σοῦ δί­νει, βλέ­πο­ντας ὅτι οἱ χει­ρό­τε­ροι ἀ­πὸ σέ­να στη­ρί­ζο­νται στὰ λό­για καὶ στὰ χρή­μα­τα. Για­τὶ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α,ἡ δό­ξα καὶ ἡ ἄ­γνοια εἶ­ναι τὰ πιὸ κα­κὰ πά­θη τῆς ψυχῆς.

 Ὁ λο­γι­κός ἄν­θρω­πος,προ­σέ­χο­ντας ὁ ἵ­διος στὸν ἐ­αυ­τό του,ἐ­ξε­τά­ζει τί πρέ­πει νὰ πρά­ξει καὶ τί τὸν συμ­φέ­ρει,κα­θῶς καὶ ποιὰ ται­ριά­ζουν στὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ὠ­φε­λοῦν καὶ ποιὰ δὲν τῆς ται­ριά­ζουν.Καὶ ἔ­τσι ἀ­πο­φεύ­γει ἐ­κεῖνα ποὺ βλά­πτουν τὴν ψυ­χήν,ὡς ξέ­να καὶ για­τὶ τὸν χω­ρί­ζουν ἀ­πὸ τὴν αἰώ­νια ζω­ή.

    Ὅ­σο πιὸ λί­γη πε­ριου­σί­α ἔχει κα­νείς,τό­σο εὐ­τυ­χέ­στε­ρος εἶναι.Για­τὶ δὲν φρο­ντί­ζει γιὰ πολ­λὰ πράγ­μα­τα,γιὰ ὑ­πη­ρέ­τες,καλ­λιερ­γη­τές,ἀ­πό­κτη­ση ζώ­ων. Ὅ­ταν ἀ­φο­σιω­νό­μα­στε σ΄αὐ­τὰ κι ὕ­στε­ρα μᾶς συμ­βαί­νουν ἐ­ξ’αἰτί­ας αὐτῶν δυ­σκο­λί­ες,κα­τη­γο­ρουῦμε τὸ Θε­ό. Μὲ τὴν αὐ­θαί­ρε­τη ἐ­πι­θυ­μί­α μας τρέ­φο­με τὸ θά­να­το καὶ ἔ­τσι μέ­νο­με στὸ σκο­τά­δι τῆς ἀ­μαρ­τωλης ζωῆς,μέ­σα  στὴ πλά­νη, χω­ρὶς ν΄ἀ­να­γνω­ρί­ζο­με τὸν πραγ­μα­τι­κὸ ἐ­αυ­τό μας.

    Δέν πρέ­πει κα­νέ­νας  νὰ λέ­ει ὀ­τι δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ κα­τορ­θώ­σει ὁ ἄν­θρω­πος τὴν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή, ἀλ­λὰ νὰ λέ­ει ὀ­τι αὐ­τὸ δὲν εἶναι εὔ­κο­λο. Οὔτε μπο­ροῦν νὰ κα­τορ­θώ­σουν τὴν ἀ­ρε­τὴ οἱ τυ­χό­ντες.Τὴν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή τήν πραγ­μα­το­ποιοῦν  ὅσοι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι εὐ­σε­βεῖς καὶ ἔ­χουν νοῦ  ποὺ ἀ­γαπᾶ τὸ Θε­ό. Για­τὶ ὁ νοῦς τῶν πολ­λῶν  εἶ­ναι κο­σμι­κὸς καὶ με­τα­βάλ­λε­ται· κά­νει σκέ­ψεις ἄλ­λο­τε κα­λές, ἄλ­λο­τε κα­κές· με­τα­βάλ­λε­ται στὴ φύ­ση καὶ γί­νε­ται ὑ­λι­κό­τε­ρος.  Ὁ νοῦς ὅμως ποὺ ἀ­γαπᾶ τὸ Θε­ό, τι­μω­ρεῖ τὴν κα­κί­α, ἡ ὀὁποί­α ἔρ­χε­ται ἐ­κού­σια στοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πὸ τὴν ἀ­μέ­λειά τους.

   Ἐ­κεῖ­νοι ποὺ θέ­λουν νὰ ζοῦν τήν ἐνα­ρε­τη καὶ εὐ­λα­βὴ καὶ τι­μη­με­νη ζω­ή, δὲν πρέ­πει νὰ δια­κρί­νο­νται ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πί­πλα­στους τρό­πους καὶ τὴν ψεύ­τι­κη ζω­ή· ἀλ­λὰ ὅπως οἱ ζω­γρά­φοι καὶ οἱ ἀ­γαλ­μα­το­ποιοί, νὰ δεί­χνουν καὶ αὐ­τοὶ μὲ τὰ ἔρ­γα τους τὴν ἐ­νά­ρε­τη καὶ θε­ο­φι­λὴ ζω­ή τους. Καὶ ὅ­λες τὶς κα­κὲς ἠ­δο­νὲς νὰ τίς  ἀ­πο­στρέ­φο­νται σὰν πα­γί­δες.

Ἐ­κεῖ­νος  ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξη­με­ρώ­σει τὰ ἤθη τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ νὰ τοὺς κά­νει νὰ ἀ­γα­πή­σουν τοὺς λό­γους καὶ τὴν παι­δεί­α,πρέ­πει  νὰ λέ­γε­ται ἀν­θρω­πο­ποιός. Κα­τὰ τὸν ἴδιο τρό­πο καὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ με­τα­στρέ­φουν τοὺς πα­ρα­δο­μέ­νους στὶς σαρ­κι­κὲς ἡδο­νὲς πρὸς τὴν ἐ­νά­ρε­τη καὶ θε­ά­ρε­στη ζω­ή, πρέ­πει νὰ λέ­γο­νται καὶ αὐ­τοὶ ἀν­θρω­ποιοί, ἐ­πει­δὴ εἶναι σὰν νὰ ξα­να­πλά­θουν τοὺς ἀν­θρώ­πους. Για­τί ἡ πρα­ό­τη­τα  καὶ ἡ ἐ­γκρά­τεια εἶναι  εὐ­τυ­χί­α καὶ δί­νουν κα­λὴ ἐλ­πί­δα στὶς ψυ­χές  τῶν ἀν­θρώ­πων.

 

 Ἄν­θρω­πος λέ­γε­ται ἡ ἐκεῖ­νος  ποὺ χρη­σι­μο­ποιεῖ ὀρ­θὰ τὸ λο­γι­κό του,ἡ ἐ­κεῖ­νος ποὺ δέ­χε­ται συμ­βουλὴ γιὰ τὴ διόρ­θω­σή του. Ὁ ἀ­διόρ­θω­τος δὲ λέ­γε­ται ἄν­θρω­πος, ἀλ­λά ἀ­πάνθρω­πος.Κι αὐ­τὸ εἶναι τὸ γνώ­ρι­σμα τῶν ἀ­παν­θρώ­πων· καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ πρέ­πει ν΄ἀ­πο­φεύ­γο­νται. Για­τὶ ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν μὲ τὴν κα­κί­α δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­κτή­σουν τὴν ἀ­θά­να­τη ζω­ή.

  Ἐλευθέρους  νόμιζε ὄχι ὅσους ἔτυχε  νὰ εἶναι ἐλεύθεροι, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ ἐχουν  τὴ ζωὴ καὶ τοὺς τρόπους ἐλεύθερους.Δὲν πρέπει πράγματι  νὰ ὀνομάζομε ἐλεύθερους τούς ἄρχοντες ποὺ εἶναι πονηροὶ καὶ ἀκόλαστοι, γιατί εἶναι δοῦλοι τῶν παθῶν καὶ τῆς ὕλης.   Ἐλευθερία καὶ εὐτυχία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ πραγματικὴ καθαρότητα καὶ ἡ καταφρόνηση τῶν προσκαίρων.

Νὰ ὑπενθυμίζεις  στὸν ἑαυτό σου ὅτι  πρέπει ἀκατάπαυστα νὰ ἀποδεικνύεις τόν χρηστὸ καὶ ἐνάρετο βίο σου ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ ἔργα σου· ἔτσι καὶ οἱ ἄρρωστοι ὀνομάζουν καὶ ἀναγνωρίζουν σωτῆρες καὶ εὐεργέτες τοὺς γιατρούς,ὄχι ἀπὸ τὰ λόγια τους ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἔργα τους.

 Ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν μετρημένη καὶ περιορισμένη ζωή,καὶ ἀπὸ κινδύνους γλυτώνουν, καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ φύλακες. Μὲ τὸ νὰ νικοῦν τὴν ἐπιθυμία σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις,βρίσκουν τὸ δρόμο πρὸς τὸ Θεὸ εὔκολα.

Πρέπει ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν ἐνάρετη καὶ θεοφιλῆ ζωή,νὰ εἶναι ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ οἴηση καὶ κάθε κούφια ματαιοδοξία καὶ νὰ φροντίζουν μὲ ὅλη τὴ δύναμή τους νὰ διορθώνουν τὴ ζωή τους καὶ τὴν ἐσωτερική τους διάθεση πρὸς τὸ καλύτερο.  Ἐπειδὴ νοῦς ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεὸ καὶ δὲν μεταβάλλεται ἀπὸ τὴν καλὴ κατάστασή  του, εἶναι ἀνύψωση καὶ δρόμος πρὸς τὸ Θεό.

Καμμιὰ ὠφέλεια δὲν προκύπτει ἀπὸ τὸ νὰ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τὰ θεῖα λόγια, ἂν ἀπουσιάζει ἡ εὐσεβὴς ζωὴ ποὺ ἀρέσει στὸ Θεό.Αἰτία ὅλων τῶν κακῶν εἶναι  ἡ πλάνη, ἡ ἀπάτη τοῦ κόσμου καὶ ἡ   ἄγνοια τοῦ Θεοῦ.

 Ὅσοι ξεγελιοῦνται ἀπὸ τὶς ἐλπίδες τους σὲ βιοτικὰ πράγματα καὶ περιορίζουν τὴ γνώση τους γιὰ τὴν ἄσκηση τοῦ ἀρίστου βίου μόνο στὰ λόγια, μοιάζουν μὲ ἐκείνους  ποὺ ἔχουν φάρμακα καὶ ἰατρικὰ ὄργανα ἀλλὰ δὲν ξέρουν οὔτε φροντίζουν νὰ τὰ χρησιμοποιήσουν.  Ἐπομένως γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας ἄς  μὴν κατηγοροῦμε τὸν τρόπο ποὺ ἔγιναν, οὔτε τοὺς ἄλλους ἀλλὰ τοὺς ἑαυτούς μας. Γιατί ἂν ἡ ψυχὴ ἀδιαφορήσει μὲ δική της θέληση, δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ἀνίκητη.

Ἐκεῖνος  ποὺ  δέν  ξέρει  νὰ  ξεχωρίζει  ποιὸ  εἶναι  τὸ  καλὸ  καὶ  ποιὸ  εἶναι  τὸ  κακό, δέν  ἐπιτρέπεται  νὰ  κρίνει  τούς  καλούς  καὶ  τούς  κακούς. Γιατὶ  ὁ  ἄνθρωπος  ποὺ  γνωρίζει  τόν  Θεὸ  εἶναι  ἀγαθός.  Ἄν  ὅμως  δέν  εἶναι  ἀγαθός, οὔτε  γνωρίζει  τὸ  Θεό, οὔτε  θὰ  Τόν  γνωρίσει  ποτέ, γιατὶ  ὁ  τρόπος  νὰ  γνωρίσει  κανείς  τὸ  Θεό, εἶναι  τὸ  ἀγαθό.


Εκτύπωση   Email