Κυριακή τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου

telwnoukfarisaiouΚυριακή τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου

              Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως τῆς Κριμαίας.

Πλησιάζει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καιρὸς προσευχῆς καὶ μετανοίας, ἡ πιὸ σημαντικὴ περίοδος ὄλου τοῦ χρόνου, διότι τίποτα δὲν εἶναι πιὸ σημαντικὸ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ χριστιανοῦ ἀπὸ τὴν μετάνοια καὶ τὴν προσευχή.

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἄρχισε τὸ κήρυγμά του λέγοντας: «Μετανοεῖτε!» Ὑπάρχουν πολλὰ σπουδαία πράγματα ποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι, μὰ τίποτα δὲν εἶναι τόσο σπουδαῖο καὶ τόσο σημαντικό, ὅσο ἡ μετάνοια καὶ ἡ προσευχή, διότι στὴν προσευχὴ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου κοινωνεῖ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐκεῖνος ποὺ ἡ προσευχὴ του ἀποκτᾶ βάθος, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀποτελεσματική, γνωρίζει ἀπὸ τὴν πεῖρα του πὼς γίνεται αὐτὴ ἡ κοινωνία. Γνωρίζει ὅτι μέσα ἀπὸ τὴν προσευχή, ὁ Θεὸς κατευθύνει ἄμεσα τὸν ἄνθρωπο καὶ δίνει σωστὴ κατεύθυνση σ’ ὅλη τὴ ζωή του.

Δὲν ὑπάρχει πρᾶγμα πιὸ σημαντικὸ ἀπὸ τὴν προσευχή. Μὰ ἂν ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ ἔργο, τότε εἶναι καὶ τὸ πιὸ δύσκολο, διότι ὅσο πιὸ σημαντικὸ εἶναι τὸ ἔργο, τόσο καὶ πιὸ δύσκολο. Μὲ τὶς δικές μας μόνο δυνάμεις δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ὅλο τὸ βάθος τῆς προσευχῆς καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε προσευχὴ εὐάρεστη στὸν Θεό. Ἐδῶ μᾶς χρειάζεται ἡ παντοδύναμη βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως τὸ λέει ὁ θεῖος Παῦλος στὴν ἐπιστολὴ του πρὸς τοὺς Ρωμαίους: «Τὸ Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν. Τὸ γὰρ τί προσευξώμεθα, καθὸ δεῖ, οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν, στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26). Ὅμως ἐμεῖς ποὺ στεκόμαστε στὸ πιὸ χαμηλὸ σκαλοπάτι τῆς πνευματικῆς τελειότητος, δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ ὀνειρευθοῦμε τὴν προσευχὴ ποὺ εἶχαν οἱ Ἅγιοι.

Πρῶτα πρέπει νὰ μάθουμε τὰ πιὸ βασικὰ πράγματα γιὰ τὸ πὼς πρέπει νὰ εἶναι ἡ προσευχή μας. Στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, τὴν ὁποία ἀκούσατε σήμερα, σ’ αὐτὴ τὴν σύντομη ἀλλὰ πολὺ σημαντικὴ καὶ διδακτικὴ παραβολή, στὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μας φανερώνει, ποιὰ προσευχὴ εἶναι σωστὴ καὶ ποιὰ δὲν εἶναι. Δὲν πρέπει νὰ προσευχόμαστε σὰν τὸν Φαρισαῖο. Διότι πῶς ἦταν ἡ προσευχή του; Ἦταν μία αὐτοεξύμνηση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μία προβολὴ τῶν δικῶν του ἠθικῶν κατορθωμάτων. Στὴν προσευχὴ του εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ γιατί δὲν εἶναι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Τὸν εὐχαριστοῦσε γιὰ τὰ προτερήματα ποὺ ἔβλεπε νὰ ἔχει. Ἐνῷ ὁ ἁμαρτωλὸς τελώνης, περιφρονημένος ἀπ’ ὅλους, ταπεινὰ στεκόταν μακριὰ καὶ μὲ βλέμμα χαμηλωμένο ἐπαναλάμβανε: «ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18, 13).

Μ’ αὐτὴ τὴν προσευχή του, πραγματοποίησε τὴν πρώτη ἐντολὴ τῶν μακαρισμῶν: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι» (Μτ. 5, 3). Ἔδειξε πὼς συνειδητοποιεῖ τὴν πνευματική του πτώχεια, τὴν ἀναξιότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι μέσα του ἔχει ἀνάγκη νὰ μετανοήσει. Ὁ Θεὸς τὸν σπλαχνίστηκε, ἐπειδὴ γι’ Αὐτὸν τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ συνειδητοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἁμαρτωλότητα καὶ τὴν ἀναξιότητά του. «Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Α’ Πέτ. 5, 5). Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν χάρη τοῦ σ’ αὐτὸ τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ δυστυχισμένο τελώνη, γιατί ταπεινώθηκε ἐνώπιόν του καὶ πῆρε τὴν χάρη ἀ¬πὸ τὸν ὑπερήφανο Φαρισαῖο. Ὁ Θεὸς ἀντιτάσσεται στοὺς ὑπερήφανους, γιατί ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ βασικὸ γνώρισμα τοῦ διαβόλου. Ὁ Σατανᾶς εἶναι διαποτισμένος μὲ ὑπερηφάνεια καὶ ὅλοι οἱ ὑπερήφανοι εἶναι ὅμοιοι μ’ αὐτόν.

Ὁ προφήτης Ἠσαΐας λέει: «Τάδε λέγει Κύριος: ὁ ὕψιστος, ὁ ἐν ὑψηλοῖς κατοικῶν τὸν αἰῶνα, Ἅγιος ἐν Ἁγίοις ὄνομα αὐτῶ, κύριος ὕψιστος ἐν Ἁγίοις ἀναπαυόμενος, καὶ ὀλιγοψύχοις διδοὺς μακροθυμίαν καὶ διδοὺς ζωὴν τοὶς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ» (Ἠσ. 57, 15). Τὴν καρδιὰ τοῦ τελώνου ζωογονοῦσε ἡ θεία χάρη, γιατί ἡ προσευχὴ τοῦ ἦταν ταπεινὴ καὶ γεμάτη μετάνοια, καὶ γι’ αὐτό, βγῆκε ἀπὸ τὸ ναὸ πιὸ δικαιωμένος ἀπὸ τὸν Θεό, παρὰ ὁ Φαρισαῖος.

Ἡ παραβολὴ δὲν λέει ὅτι ὁ Φαρισαῖος κατηγορήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ὅτι βγῆκε ἀπὸ τὸ Ναό, λιγότερο δικαιωμένος ἀπὸ τὸν τελώνη. Ὁ Δίκαιος Θεός μας ἀποδίδει γιὰ κάθε καλὴ πράξη, δὲν ἀφήνει τίποτα χω¬ρὶς ἀνταπόδοση. Ἀκόμα καὶ ἐκεῖνες τὶς δίκαιες πρά¬ξεις, γιὰ τὶς ὁποῖες καυχόταν ὁ Φαρισαῖος καὶ τὶς πρόβαλε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ στὴν προσευχή του, τὶς δέχεται ὁ Θεὸς καὶ ἀνταμείβει γι’ αὐτές.

Προσέξτε ὅμως, ὅτι ὁ Φαρισαῖος, ὁ ὅποιος ἦταν διδάσκαλος τοῦ λαοῦ καὶ ἡγέτης του, φάνηκε στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ πολὺ κατώτερος ἀπὸ τὸν περιφρονημένο τελώνη, ὁ ὁποῖος βγῆκε ἀπὸ τὸ Ναὸ ἀθῳωμένος γιὰ τὴν ταπείνωσή του καὶ συγχωρημένος.

Ὁ τελώνης παράβαινε τὶς ἐντολὲς τοῦ νόμου ποὺ δόθηκε στὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ μέσῳ τοῦ Μωυσῆ, ὅμως τήρησε τὴν μεγαλύτερη ἐντολὴ τοῦ Χρίστου, ἀπόκτησε τὴν θεία ταπείνωση. Ὁ Φαρισαῖος ὅμως παράβαινε κάτι, γιὰ τὸ ὅποιο μιλάει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸν δικό του ὕμνο τῆς ἀγάπης. Λέει: «Ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται» (Α’ Κόρ. 13, 4). Ὁ Φαρισαῖος περηφανευόταν γιὰ τὶς ἀρετές του καὶ θεωροῦσε τὸν ἐ¬αυτὸ τοῦ ἀνώτερο ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ τελώνη, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν εἶχε ἀγάπη, καὶ συνεπῶς, αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἀγάπη, βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. ἡ προσευ¬χὴ τοῦ Φαρισαίου φανέρωσε πὼς θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ του δίκαιο καὶ καθαρὸ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πρᾶγμα πολὺ ἄσχημο!

Οἱ μεγαλύτεροι Ἅγιοι ποτὲ δὲν θεωροῦσαν τὸν ἑαυτὸ τους ἄξιο καὶ δίκαιο. Εἶχαν βαθιὰ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ τῆς μηδαμινότητάς τους μπροστὰ στὴν μεγαλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Τέτοιος ἦταν ὁ ὅσιος Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποκαλοῦσε τὸν ἑαυτὸ του ἀλλιῶς, παρὰ μόνο «ὁ ταπεινὸς Σεραφείμ».

Πεῖτε μου ποιὸς μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ πιὸ μεγάλος ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο ἱεράρχη καὶ διδάσκαλο ὅλης τῆς οἰκουμένης, τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο; Ποιὸς ἄλλος ἦταν τόσο εὐάρεστος στὸν Θεὸ καὶ τόσο δίκαιος ἐνώπιον Αὐτοῦ; καὶ ὅμως μέσα σὲ μία ἀπὸ τὶς πολλὲς προσευχὲς ποὺ ἔχει γράψει, ἀπευθύνει στὸν Θεὸ τὰ ἑξῆς λόγια: «Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, μνήσθητί μου τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τοῦ αἰσχροῦ, τοῦ πονηροῦ καὶ βέβηλου κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».

Αἰσχρό, πονηρὸ καὶ βέβηλο καλεῖ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὸν ἔχει δοξάσει καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους μεταξὺ τῶν Ἁγίων!

Ὅλοι οἱ ἔμπειροι στὴν ἐξομολόγηση ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς γνωρίζουν ὅτι μεταξύ σας ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν τρόπο σκέψεως σὰν τοῦ Φαρισαίου καὶ θεωροῦν τὸν ἑαυτὸ τοὺς δίκαιο. Πολλοὶ ἱερεῖς λένε ὅτι κάποιον ἄνθρωπο, ποὺ ὅλη τὴν ζωὴ του πήγαινε τακτικὰ στὴν ἐκκλησία καὶ τηροῦσε ὅλες τὶς νηστεῖες, μὲ τίποτα δυστυχῶς δὲν μποροῦν ἕναν τέτοιο «δίκαιο» νὰ παρακινήσουν νὰ μετανοήσει στὴν τελευταία του ἐξομολόγηση καὶ νὰ ὁμολογήσει κάποιο σφάλμα του. Ὅτι καὶ νὰ τὸν ρωτᾶνε, ἀκοῦνε τὴν ἴδια ἀπάντηση: «Δὲν ἔχω κάνει ἁμαρτίες».

Αὐτὸ δὲν φανερώνει τὴν στάση τοῦ Φαρισαίου; Αὐτὸ δὲν εἶναι τελείως ἀντίθετο μὲ τὴν ἰδέα ποῦ εἶχαν γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοὺς οἱ ἅγιοι; Οἱ δυστυχισμένοι αὐτοὶ «δίκαιοι» ἄνθρωποι, ποτὲ στὴ ζωή τους δὲν εἶχαν σκεφτεῖ τὰ λόγια ποὺ ὑπάρχουν στὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ: «Εἰ κατὰ παίδων αὐτὸν οὐ πιστεύει, κατὰ δὲ ἀγγέλων αὐτοῦ σκολιὸν τί ἐπαινοῦσεν» (Ἰὼβ 4, 18). Ἂν ἀκόμα καὶ στοὺς ἀγγέλους τοῦ ὁ Θεὸς βλέπει ἐλαττώματα, τότε γιὰ μᾶς τί νὰ ποῦμε; Εἶναι λογικὸ νὰ ἔχουμε τὴν προσευχὴ τοῦ Φαρισαίου; Μόνο μία προσευχὴ ταιριάζει στὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε. Ἡ ταπεινὴ προσευ¬χὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ τελώνου: «Ὁ Θεός, ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ».

Νά, τί λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας γιὰ τοὺς ὑπερήφανους ἀνθρώπους: «Οἱ γὰρ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ὑψηλοί, ὁ δὲ ἄνθρωπος ταπεινός καὶ ταπεινωθήσεται τὸ ὕψος τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται κύριος μόνος ἐν τὴ ἡμέρα ἐκείνη. Ἡμέρα γὰρ Κυρίου σαβαὼθ ἐπὶ πάντα ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον καὶ ἐπὶ πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον. καὶ ταπεινωθήσονται, καὶ ἐπὶ πᾶσαν κέδρον τοῦ Λιβάνου τῶν ὑψηλῶν καὶ μετεώρων καὶ ἐπὶ πᾶν δένδρον βαλάνου Βασᾶν… καὶ ταπεινωθήσεται πᾶς ἄνθρωπος, καὶ πεσεῖται ὕψος ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται Κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη» (Ἠσ. 2, Π13,17).

Μπροστὰ στὴν μεγαλειότητα τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ σκύψουμε ταπεινὰ τὸ κεφάλι μας. Δὲν πρέπει νὰ εἴμαστε ἐμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ἀλαζόνες καὶ ὑπερήφανοι, στοὺς ὁποίους θὰ ξεσπάσει ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μᾶς διδάσκει ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου.

Νὰ τὴν θυμόμαστε, λοιπόν, πάντα καὶ ἰδιαίτερα, ὅταν ἀρχίσουμε τὸν ἀγῶνα τῆς μετανοίας, τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Νὰ προσευχόμαστε σὰν τὸν τελώνη, καὶ τότε θὰ μᾶς ἐλεήσει ὁ Κύριος, θὰ μᾶς ἀθῳώσει καὶ θὰ μᾶς στείλει πλούσια τὴν χάρη του.

«Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε. Τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς» (Α’ Θέσσ. 5, 17-18). Ἀμήν.

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ: ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Γ’ Σέλ. 303- 308, ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Εκτύπωση