Τά δόντια τοῦ λιονταριοῦ

lionΠολλοὶ δὲν ἔχουμε δεῖ ζωντανὸ λιον­τάρι – τὸ πολύ-πολὺ κάποιο μαραζωμένο στὸ κλουβὶ ­ζωολογικοῦ κήπου. Ἴσως ἡ μόνη ἐμπειρία ἀγριότητας ζώου ποὺ ἔχουμε δοκιμάσει ὅσοι ζοῦμε στὶς πόλεις, εἶναι τὰ ὀργισμένα γαυγίσματα σκύλου ἀδέσποτου ἢ κλεισμένου σὲ κάποια αὐλή· ἢ ὅσοι ζοῦμε στὴν ὕπαιθρο, καὶ μάλιστα στὰ ὀρεινά, ἐνδεχομένως νὰ ἔχουμε συναντήσει λύκο ἢ ἀρκούδα.
Ἀλλὰ τί μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸ λιον­τάρι; Τὸ λιοντάρι εἶναι ὁ βασιλιὰς τῶν ζώων. Ὁ βρυχηθμός του εἶναι βρον­τερὸς καὶ προκαλεῖ τρόμο. Εἶναι εὐκίνητο καὶ ἔχει τέτοια σωματικὴ διάπλαση, ὥστε μπορεῖ νὰ κάνει τεράστια ἅλματα. Ἔχει φοβερὴ δύναμη. Σκοτώνει τὰ θύματά του μ᾿ ἕνα χτύπημα τοῦ ποδιοῦ του ἢ μ᾿ ἕνα μόνο δάγκωμα στὸν αὐχένα. Γιατὶ ἔχει πολὺ δυνατὰ δόντια, μὲ τὰ ὁποῖα ξεσχίζει τὶς σάρκες τους καὶ καταθρυμματίζει τὰ κόκκαλά τους. Μ᾿ αὐτὰ κατασπαράζει τὴ λεία του, ἀφήνον­τας ἐλάχιστα ὑπολείμματα ἢ ἕνα παραμορφωμένο πτῶμα.
Στὴν Ἁγία Γραφὴ ὁ διάβολος μεταξὺ τῶν ἄλλων παρομοιάζεται μὲ λιοντάρι ποὺ «περιπατεῖ», γυρίζει ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, «ὠρυόμενος», βγάζοντας φοβεροὺς βρυχηθμούς, «ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α´ Πέτρ. ε´ 8)· γιὰ νὰ δηλωθεῖ μὲ αὐτὴν τὴν εἰκόνα ἡ μανία τοῦ διαβόλου, ἡ ἔντονη ἐπιθυμία του νὰ παρασύρει ψυχὲς στὴν ἀπώλεια, ἡ σφοδρὴ ἐπιθετική του διάθεση.
Λιγότερο γνωστὴ εἶναι μιὰ ἄλλη παρόμοια εἰκόνα ποὺ ἀπαντᾶμε ἐπανειλημμένως στὴν Ἁγία Γραφή (βλ. Ἰωὴλ α´ 6, Ἀποκ. θ´ 8): ἡ εἰκόνα τῶν δοντιῶν τοῦ λιονταριοῦ. Τὰ δόντια τοῦ λιονταριοῦ! Συμβολίζουν μεγάλη δύναμη ποὺ προκαλεῖ φοβερὴ καταστροφή. Αὐτὴν τὴν εἰκόνα χρησιμοποιεῖ ὁ θεόπνευστος συγγραφέας τοῦ βιβλίου «Σοφία Σειρὰχ» γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει πόσο μεγάλη ζημιὰ προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία στὸν ἄνθρωπο. Ἂς τὸν προσέξουμε μὲ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον: «Παιδί μου, ἁμάρτησες; Μὴν προσθέσεις ἄλλες ἁμαρτίες· καὶ γιὰ τὶς προηγούμενές σου παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ σὲ συγχωρήσει… Σὰν δόντια λιονταριοῦ εἶναι τὰ δόντια τῆς ἁμαρτίας, ποὺ σκοτώνουν ψυχὲς ἀνθρώπων» (Σ. Σειρ. κα´ 1-2). Ἡ ἁμαρτία! «Ὀδόντες λέοντος οἱ ὀδόντες αὐτῆς ἀναιροῦντες ψυχὰς ἀνθρώπων».
Ὁ κόσμος ποὺ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, σκοτισμένος ἀπὸ τὸν ἀνθρωποκτόνο διάβολο, τραγουδᾶ τὴν ἁμαρτία. Τὴν θεωρεῖ χαρὰ καὶ ἀπόλαυση, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα εἶναι ἡ δυστυχία του. Διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος νὰ ζεῖ σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ὅπως τὸ ψάρι εἶναι πλασμένο νὰ ζεῖ μέσα στὸ νερό, καὶ τὸ δένδρο ν᾿ ἁπλώνει τὶς ρίζες του στὸ χῶμα καὶ τὰ φύλλα του στὸν ἥλιο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι εὐτυχισμένος μόνο ὅταν ζεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔχει ζωντανὴ σχέση μαζί Του.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, προσ­βάλλει αὐτὴν τὴν ἐπικοινωνία. Διότι μὲ τὴν ἁμαρτία καταπατεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἁμαρτία σημαίνει ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀπομάκρυνση ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνοντας χάνει τὸν Θεό! Μάλιστα, ὅσο πιὸ πολὺ καὶ πιὸ βαριὰ ἁμαρτήσει, τόσο πιὸ πολὺ ἀδυνατίζει ἡ κοινωνία του μὲ τὸν Θεό, ἢ καὶ διακόπτεται τελείως. Αὐτὸς εἶναι ὁ πνευματικὸς θάνατος, ὁ τέλειος χωρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη δυστυχία τοῦ ἀνθρώπου, τὸ τελευταῖο σκαλοπάτι τῆς ἐξαθλιώσεώς του.
Γι᾿ αὐτὸ ἡ καταστρεπτικὴ ­δύναμη τῆς ἁμαρτίας παρομοιάζεται μὲ τὰ δόν­τια τοῦ λιονταριοῦ. Τὰ ­δαγκώματά της εἶ­­­­ναι ὀλέθρια, τρομερά, θανατηφόρα. Δὲν εἶναι ἡ ἁμαρτία χαρά. Εἶναι ­βάρος, εἶναι πληγή. «Ἡ ἁμαρτία ­ταλαιπω­ροποιός ἐστι καὶ σαθροῖ τὸν ἔχον­τα αὐτήν», σημειώνει ὁ πατερικὸς λόγος (ὁσίου Δωροθέου, Διδασκαλία Ζ´). Δηλαδὴ βάζει τὸν ἄνθρωπο σὲ ταλαιπωρία, καὶ τσακίζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει. Τοῦ στερεῖ τὴ θεία χάρη, τὴ θεία ἐνίσχυση, τὸν θεῖο φωτισμό, τὴ θεία παρηγορία. Τραυματίζει καὶ ἀναστατώνει τὸν ψυχικό του κόσμο, συχνὰ δὲ καὶ τὸ σῶμα του. Δημιουργεῖ τύψεις ἐνοχῆς. Καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο ἄγριο, ἀκοινώνητο, ἀνικανοποίητο, ἀνελεύθερο.
Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ φιλόστοργα μᾶς προειδοποιεῖ: Παιδί μου, σταμάτα νὰ ἁμαρτάνεις, βλάπτεις τὸν ἑαυτό σου. Καὶ μερίμνησε γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἤδη ἔχεις διαπράξει. Μὴν πεῖς ποτέ: «Ἁμάρτησα· καὶ τί ἔγινε;». Δὲς τὶς πληγές σου. Κατάλαβε πόσο σοβαρὲς εἶναι. Ἀλλὰ μὴν ἀπελπιστεῖς. Μετανόησε. Τρέξε στὸν μόνο ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἐκεῖνος εἶναι «ὁ ἰώμενος τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν καὶ δεσμεύων τὰ συντρίμματα αὐτῶν». Θεραπεύει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καρδιὰ τσακισμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ φροντίζει καὶ δένει μὲ ἐπιδέσμους τὶς πληγές τους (Ψαλμ. ρμϚ´ [146] 3). Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Ὁποῖος «συνέθλασε τὰς μύλας τῶν λεόντων» (Ψαλμ. νζ´ [57] 7), ἔσπασε τὰ ἰσχυρὰ δόντια, τοὺς τραπεζίτες, τὰ σαγόνια τῶν λιονταριῶν, δηλαδὴ τῶν δαιμόνων, μὲ τὸ ἀπολυτρωτικό Του ἔργο.
Λοιπόν, ψυχή μου, μίσησε τὴν ἁμαρτία καὶ ἀγάπησε τὸν Χριστό. Μὲ ἐπιμελὴ μετάνοια πρόστρεξε στὸ Σωτήρα σου. Σὲ περιμένει γιὰ νὰ σὲ θεραπεύσει, νὰ σὲ εἰρηνεύσει καὶ νὰ σὲ ἀναδείξει νικητὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ κληρονόμο τῆς Βασιλείας Του.

Εκτύπωση