Εκτύπωση

Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου,

ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

Ἡ Πνευματικὴ καὶ νοερὴ Κοινωνία, δηλαδή, πῶς κοινωνεῖται νοερὰ καὶ πνευματικὰ ὁ Χριστός.

Ἂν καὶ μυστηριακὰ δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὸν Κύριό μας περισσότερο ἀπὸ μία φορὰ τὴν ἡμέρα, ὅμως πνευματικὰ καὶ νοερὰ μποροῦμε νὰ τὸν δεχώμαστε κάθε ὥρα καὶ κάθε στιγὴ διὰ μέσου της ἐργασίας ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν ἐντολῶν καὶ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν θεία προσευχὴ καὶ μάλιστα τὴν νοερά (99).

Ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος βρίσκεται κρυμμένος μέσα στὶς ἁγίες του ἐντολές, καὶ ὅποιος κάνει μία ἀρετὴ ἢ ἐντολή, δέχεται ἀμέσως μέσα στὴν ψυχή του καὶ τὸν Κύριο ποὺ εἶναι κρυμμένος μέσα σ᾿ αὐτές, ὁ ὁποῖος ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ κατοικήσῃ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα του μέσα σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ φυλάξη τὶς ἐντολές του λέγοντας: «Ἐὰν κάποιος μὲ ἀγαπᾷ θὰ τηρήσῃ καὶ τὸν λόγο μου, καὶ ὁ Πατέρας μου θὰ τὸν ἀγαπήσῃ καὶ θὰ ἔλθουμε πρὸς αὐτὸν καὶ θὰ κατοικήσουμε σὲ αὐτόν» (Ἰω. 14,23)(100).

Ἡ κοινωνία αὐτὴ καὶ ἡ ἕνωσις δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀφαιρεθῇ ἀπὸ κανένα κτίσμα παρὰ μόνον ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία μας ἢ ἀπὸ κάποιο ἄλλο σφάλμα μας. Καὶ μερικὲς φορὲς αὐτὴ ἡ Κοινωνία εἶναι τόσο καρποφόρα καὶ τόσο εὐάρεστη στὸν Θεό, ὅσο ἴσως δὲν εἶναι πολλὲς ἄλλες μυστηριώδεις κοινωνίες ἀπὸ τὴν ἔλλειψι ἐκείνων ποὺ τὶς δέχονται. Λοιπόν, ὅσες φορὲς ἔχεις τὴν διάθεσι καὶ ἑτοιμασθῇς γιὰ μία παρόμοια κοινωνία, θὰ βρῇς πρόθυμο καὶ ἕτοιμο τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, μόνος του νὰ σὲ τρέφῃ πνευματικὰ μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια.

Γιὰ νὰ ἑτοιμασθῇς λοιπὸν γιὰ τὴν νοερὴ αὐτὴ κοινωνία, κάνε ὡς ἑξῆς: Στρέψε τὸ νοῦ σου στὸν Θεὸ καὶ βλέποντας μὲ ἕνα σύντομο βλέμμα ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὶς ἁμαρτίες σου καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸν Θεό, λυπήσου γιὰ τὴν βλάβη ποὺ τοῦ προξένησες καὶ μὲ κάθε ταπείνωσι καὶ πίστι παρακάλεσέ τον νὰ καταδεχθῇ νὰ ἔλθῃ στὴν ταπεινή σου ψυχὴ μὲ νέα χάρι γιὰ νὰ τὴν ἰατρεύσῃ καὶ νὰ τὴν δυναμώσῃ κατὰ τῶν ἐχθρῶν.

Ἢ ὅταν πρόκειται νὰ ἀσκηθῇς καὶ νὰ σκληραγωγηθῇς ἐναντίον κάποιας ἐπιθυμίας σου ἢ γιὰ νὰ κάνῃς κάποια νέα πρᾶξι ἀρετῆς ἢ γιὰ νὰ φυλάξῃς κάποια ἐντολή, κάνε ὅλο αὐτὸ μὲ σκοπὸ νὰ ἑτοιμάσῃς τὴν καρδιά σου γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ πάντα σοῦ τὴν ζητεῖ. Καὶ κατόπιν στρέφοντας τὴν προσοχή σου σ᾿ Αὐτόν, φώναξέ τον μὲ ἐπιθυμία μεγάλη νὰ ἔλθη μὲ τὴν χάρι του νὰ σὲ ἰατρεύσῃ καὶ νὰ σὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, γιὰ νὰ ἔχῃ αὐτὸς μόνος τὴν καρδιά σου στὴν ἐξουσία του.

Ἢ καὶ θυμούμενος τὶς προσευχὲς τῆς κοινωνίας τῶν μυστηρίων, ποὺ προαναφέρθηκαν, πὲς μὲ καρδιὰ ποὺ εἶναι ἀναμμένη: «Πότε, Κύριέ μου, νὰ σὲ δεχθῶ ἄλλη μία φορά; Πότε; Πότε; κ.λπ.». Καὶ ἂν θελήσῃς νὰ κοινωνήσῃς πνευματικὰ μὲ ἀκόμη καλύτερο τρόπο, διεύθυνε καὶ βάλε ἀπὸ τὸ προηγούμενο βράδυ ὅλες τὶς σκληραγωγίες καὶ τὶς πράξεις τῶν ἀρετῶν καὶ κάθε καλὸ ἔργο ποὺ σκέπτεσαι νὰ κάνῃς στὸ σκοπὸ αὐτό, δηλαδὴ στὸ νὰ δεχθῇς πνευματικὰ τὸν Κύριό σου. Καὶ τὸ πρωὶ καθὼς θὰ ξημερώνῃ, σκέψου, τί καλό! Τί εὐτυχία! Τί μακαριότητα ὑπάρχει στὴν ψυχὴ ἐκείνη ποὺ ἐπάξια μεταλαμβάνει μυστηριακὰ τὸ πανάγιο Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας! Διότι μὲ αὐτὸ ἀποκτοῦνται πάλι οἱ ἀρετὲς ποὺ ἔχουν χαθεῖ, καὶ πάλι ἡ ψυχὴ ἐπιστρέφει στὴν προηγούμενη ὡραιότητά της καὶ γίνεται μέτοχος αὐτὴ τῶν μισθῶν τοῦ πάθους τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (κοινωνοῦνται εἰς αὐτὴν οἱ καρποὶ καὶ οἱ μισθοὶ τοῦ πάθους τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ). Καὶ ἀπὸ τὴν μυστηριώδη κοινωνία πέρασε στὴν μυστικὴ κοινωνία καὶ σκεπτόμενος ὅτι νοερὰ τὰ ἴδια ἀγαθὰ ἀπολαμβάνεις μὲ τὴν μυστηριακὴ κοινωνία, φρόντισε νὰ ἀνάψης τὴν καρδιά σου μιὰ μεγάλη ἐπιθυμία νὰ τὸν δεχθῇς νοερὰ καὶ πνευματικὰ καὶ ἀφοῦ χορτάσῃς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία αὐτὴ γύρισε πρὸς τὸν Κύριό σου καὶ πές: «Ἐπειδή, Κύριέ μου, δὲν μπορῶ μυστηριωδῶς νὰ σὲ δεχθῶ τὴν ἡμέρα αὐτή, κάνε ἐσύ, ποὺ εἶσαι ἡ ἀγαθότητα καὶ ἡ ἄκτιστη δύναμις, νὰ σὲ δεχθῶ ἐπάξια τώρα πνευματικὰ καὶ κάθε ὥρα καὶ κάθε ἡμέρα δίνοντάς μου νέα δύναμι καὶ χάρι ἐναντίον ὅλων μου τῶν ἐχθρῶν, καὶ μάλιστα ἐναντίον ἐκείνου τοῦ πάθους τοῦ ἐχθροῦ στὸ ὁποῖο ἐναντιώνομαι καὶ κάνω πόλεμο μὲ τὴν βοήθειά σου (101).

 

Αρχιμ. Ευσεβίου Ματθόπουλου,

Ο Προορισμός του Ανθρώπου, §291

Τί πρέπει να κάνουν όσοι δεν μπορούν να κοινωνούν συνεχώς, από εμπόδια ανεξάρτητα της θελήσεως τους.

          Κατά κοινή ομολογία, υπάρχει μεγάλη ωφέλεια σε όσους κοινωνούν συνεχώς των Αχράντων Μυστηρίων, όταν αυτό γίνεται με την κατάλληλη προετοιμασία.

          Αλλά προβάλλεται το ερώτημα: Μπορούν σήμερα να κοινωνούν συνεχώς όλοι όσοι έχουν πρόθεση αγαθή, θέληση και ζήλο στο να προετοιμάζωνται, για να κοινωνούν;

          Απαντώτας σ’ αυτήν την ερώτηση λέμε πρώτα-πρώτα, ότι τα έργα του ανθρώπου, τα εντελώς αναγκαία και απαραίτητα για την σωτηρία του, είναι δύο: Η πνευματική επικοινωνία του ανθρώπου με τον Χριστό διά της ζωντανής πίστεως και η κοινωνία του Σώματος και του Αίματός Του.

          Και το μεν έργο της επικοινωνίας με τον Χριστός διά της ζώσης πίστεως, που εξαρτάται από την ελεύθερη θέληση του ανθρώπου, μπορεί ο Χριστιανός να το εργάζεται παντού και πάντοτε. Διότι όπου και αν βρίσκεται, μπορεί, έχοντας την πίστη προς τον Χριστό και βαδίζοντας σύμφωνα με τις εντολές Του και προσευχόμενος «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», μπορεί παντού και πάντοτε να βρίσκεται σε πνευματική επικοινωνία με τον Χριστό.

          Το έργο όμως της κοινωνίας του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, επειδή δεν εξαρτάται από μόνη την ελεύθερη θέληση κάθε Χριστιανού, δεν μπορούν όλοι οι Χριστιανοί να το εκτελούν παντού και πάντοτε. Διότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έχουν όλη την καλή πρόθεση και θέληση να κοινωνούν συνεχώς, δεν έχουν κάποιο κώλυμα που να τους εμποδίζει από την Θεία Κοινωνία, είναι πρόθυμοι να προετοιμάζωνται άξια κάθε φορά για την Θεία Κοινωνία, κι όμως, παρ’ όλα αυτά δεν μπορούν να κοινωνούν συνέχεια, γιατί εμποδίζονται από τον ιερέα που ιερουργεί. Υπάρχουν και ιερείς που νομίζουν -από άγνοια βέβαια- ότι ο Χριστιανός και χωρίς να έχει κάποιο κώλυμα και οσοδήποτε άξια κι αν προετοιμάζεται, δεν έχει το δικαίωμα να κοινωνεί συνεχώς. Λένε, αμαρτάνει αν το κάνει αυτό.

          Αλλά και άλλα εμπόδια, εντελώς ανεξάρτητα από την θέληση του ανθρώπου, είναι δυνατόν να παρουσιάζωνται σε πολλούς Χριστιανούς εναρέτους, ώστε και με όλο τον πόθο τους, να μην μπορούν να κοινωνούν συνέχεια.

          Σε τέτοια περίπτωση προβάλλεται το εξής ερώτημα: Αυτοί οι Χριστιανοί, οι οποίοι δεν μπορούν να κοινωνούν συνεχώς, όχι από αιτία που προέρχεται από ενοχή και αμέλεια δική τους, αλλά από εμπόδια ανεξάρτητα από την θέληση τους, τί πρέπει να κάνουν για να είναι ευάρεστοι ενώπιον του Θεού, χωρίς να ζημιώνονται από το ότι δεν μπορούν να κοινωνούν συνεχώς;

          Νόμος της θείας δικαιοσύνης είναι να κάνει ο άνθρωπος ό,τι είναι δυνατόν σε αυτόν. Να εκτελεί κάθε τί που εξαρτάται από την θέληση του. Ποτέ ο Θεός δεν ζητεί από τον άνθρωπο να εκτελέσει εκείνο που δεν μπορεί, εκείνο που δεν εξαρτάται από αυτόν.

          Επειδή λοιπόν και το να κοινωνεί συνέχεια δεν εξαρτάται πάντοτε από την θέληση του κάθε Χριστιανού, γι’ αυτό και ο Θεός δεν ζητεί τούτο από αυτόν, ούτε το λογαριάζει σαν παράλειψη καθήκοντος, όπως θα το λογάριαζε, αν μπορούσε να κοινωνεί συνεχώς και δεν κοινωνεί από αμέλεια του.

          Τί ζητεί ο Θεός από αυτόν; Ζητεί να εργάζεται και να εκτελεί εκείνο που εξαρτάται από την ελεύθερη του θέληση, εκείνο που εξαρτάται από την δύναμη του. Ποιο είναι αυτό; Είναι το έργο της επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Χριστό δια της ζώσης πίστεως.

          Επομένως ο Χριστιανός, ο οποίος έτσι εργάζεται και επικοινωνεί με τον Χριστό, είναι αρεστός, δόκιμος ενώπιον του Θεού, ευλογείται, αγιάζεται από τον Χριστό, καταρτίζεται και τελειοποιείται από το Άγιον Πνεύμα, σαν να κοινωνούσε συνέχεια. Ο Θεός δεν βραβεύει μόνο τις πράξεις και τα καλά έργα του ανθρώπου, αλλά ανταμείβει πλούσια και την αγαθή πρόθεση και τον φλογερό ζήλο που έχουν οι ευσεβείς και οι ψυχές που αγαπούν τον Θεό, στο να εργάζωνται πάντα τα αρεστά ενώπιόν Του, έστω κι αν πράττουν μόνο όσα εξαρτώνται από την θέλησή τους.

          Κάνοντας έτσι ο Χριστιανός, πρέπει να ειρηνεύει και να έχει πλήρη και τέλεια την πεποίθηση ότι ο Θεός, στο θέλημα του Οποίου υποτάσσεται πλήρως, θα του χαρίσει, με το άπειρο έλεός Του την αιώνια ζωή και μακαριότητα.

Υποσημειώσεις στον Αόρατο Πόλεμο του Αγίου Νικοδήμου.

99. Διότι ὅλες οἱ ἄλλες ἀρετὲς μὲ τὴν ὁμοιότητα ποὺ ἔχουν πρὸς τὸν Θεὸ κάνουν τὸν ἐνάρετο ἄνθρωπο ἱκανὸ στὸ νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν Θεό, δὲν τὸν ἑνώνουν ὅμως. Ἡ Νοερὰ ὅμως προσευχὴ ἔχει τέτοια δύναμι καὶ νὰ ἑνώνῃ μὲ τὸν Θεὸ (βλέπε καὶ στό με´ κεφάλαιο). Καὶ κατὰ κάποιον τρόπο οἱ ἄλλες ἀρετὲς μοιάζουν μὲ τὰ ὄργανα ποὺ ἰσιάζουν καὶ προσαρμόζουν δυὸ σανίδια, ἐνῷ ἡ προσευχὴ παρομοιάζει μὲ τὴν κόλλα, ποὺ ἑνώνει αὐτὰ τὰ ταιριαστὰ σανίδια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ μέγας Γρηγόριος ἐπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης εἶπε ὅτι «ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς ἱερουργεῖ τὴν ἀνάτασι καὶ ἕνωσι τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, διότι εἶναι σύνδεσμος τῶν λογικῶν κτισμάτων μὲ τὸν κτίστη» (Φιλοκαλία).

100. Ἀπὸ τὸ ρητὸ αὐτὸ ὁ ἅγιος Μάξιμος συμπεραίνει ὅτι ὅποιος ἐργάζεται τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, δὲν δέχεται μόνο τὸν Κύριο στὴν ψυχή του, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὸν δέχεται καὶ τὸν Πατέρα ποὺ εἶναι μαζί του καὶ τὸ ἀχώριστο ἀπὸ αὐτὸν Ἅγιο Πνεῦμα. Γενιὰ δέχεται μέσα του ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ γίνεται κατοικία της (κεφ. οα´ τῆς β´ ἑκατοεντ.).

101. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι θέλουν πολὺ συχνὰ καὶ δὲν μποροῦν νὰ δεχθοῦν τὴν μυστηριώδη Θεία Κοινωνία, δηλαδὴ νὰ μεταλαμβάνουν τὸν Χριστὸ ποὺ βρίσκεται μέσα στὰ Μυστήρια, ἢ διότι βρίσκονται σὲ τόπο ἔρημο ὅπου δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἱερεῖς οὔτε θυσιαστήριο καὶ ἐκκλησία: ἢ βρίσκονται στὸν κόσμο ἐμποδίζονται ὅμως ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς ὄχι γιὰ κανένα τους σφάλμα, ἀλλὰ γιὰ τὴν διεστραμμένη καὶ πονηρὴ συνήθεια ποὺ ἐπικρατεῖ, αὐτοὶ λέγω, ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦν καὶ θέλουν νὰ δεχθοῦν μυστηριακὰ τὸν Χριστὸ μέσα τους, ἀλλὰ γιὰ ὅσα λέχθηκαν καὶ γιὰ ἄλλους λόγους δὲν μποροῦν, ἂς δέχωνται τὸ Χριστὸ μέσα τους νοερὰ καὶ πνευματικά, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος ὁ Καβάσιλας στὴν ἑρμηνεία τῆς Λειτουργίας (κεφ. μβ´), διότι ὁ Χριστὸς ποὺ βρίσκεται στὰ μυστήρια νοερὰ καὶ χωρὶς νὰ φαίνεται καὶ ἀόρατα τοὺς μεταδίδει τὸν ἁγιασμὸ τῶν μυστηρίων μὲ τὸν τρόπο ποὺ γνωρίζει ὁ ἴδιος.